Άτομο

Άτομο, άπιαστο Όνειρο
και λαμπερή Ουσία
σέρνεται μαύρος ο ίσκιος σου
μες στην Αχερουσία.

Άτομο περισπούδαστο -
του Ανθρώπου "Αιώνια Φύση" -
Η κοινωνία σ' όρισε
κι αυτή θα σε νικήσει.

Λήθη

Όλα βουβά
τα τύλιξε η λήθη
Λέξεις ανέξοδες
χειρονομίες, χαμόγελα.
Μόνο οι αριθμοί
Αμείλικτοι
μας λένε ακόμα την αλήθεια

Δε θα σου το πω


Μες στα χέρια μας
ράγες ξεγλιστρούν
φεύγουν μακριά
τρένα τις περνούν.

Έρημους σταθμούς
πόλεις και χωριά -
την παλάμη μου
καίω στη φωτιά.
Δε θα σου το πω.

Τι κι αν παίζουμε
μ' ανοιχτά χαρτιά
οι ανάσες μας
κρύβουν μυστικά

που ονειρεύτηκαν
μέρη μακρινά.
Τα κατάρτια τους
καίω στη φωτιά.
Δε θα σου το πω

Θ' ανεβούν

Δέντρα και παιδικές χαρές
μικρές γιορτές στα σκοτεινά
περάσματα ειρωνικά
στου χρόνου το μπαλκονι

Δεν θα τις δώσω πουθενά
ποτέ δε θα χαθούν
σταγόνες που σφιχτά κρατώ
σταγόνες που κυλούν

πόσα χαμόγελα και μουσικές
υφαίνουν αόρατες πληγές
που κάποια μέρα μακρινή
στο δέρμα θ' ανεβούν

Γωνίες

Γωνίες ενοχλητικές
γωνίες θρασείς
απρόβλεπτες,
διαψεύδουν κάθε στρογγυλεμένη προσδοκία.
Αγριόχορτα και αχτίδες
μέσ' από βλοσυρά σύννεφα
και ζιζανιοκτόνα.
Σπουργίτια που χοροπηδούν
μπροστά σ' ευθυτενείς στρατάρχες.
Έτσι κι οι δικαστές
φτιάξαν το πένθιμό σου κάδρο
με το κουφάρι ενός
εκτελεσμένου καταδότη.
Κι εσύ έσμιξες ένα γαρύφαλλο
με το ανθισμένο σου χαμόγελο.
Άλλοτε σ' έπλαθα στο νου μου,
λεβεντιά καμαρωτή, να περπατάς
με κόκκινο γαρύφαλλο στο χέρι
μα εσύ κράταγες τσιγάρο.
Γωνίες ενοχλητικές.
Περίεργα ωραίες.

Πολιτική Οικονομία

Το μπλουζάκι από το Μπαγκλαντές καπνίζει ακόμα
Τα δοκάρια της χαλυβουργίας ξερνούν καμένο δέρμα
Οι ψηλοί ουρανοξύστες στέκονται κυπαρίσσια πάνω από τάφους
Στις μεγάλες γέφυρες αντηχούν κραυγές
Η μαστίχα μυρίζει ιδρωμένους ήλιους
Τα στάχυα κλαίνε γερμένα
στον κόρφο των ανθρώπων

Ράτσες

Δεν είμαι ράτσα συντροφιάς
είμαι μια ράτσα πόνου
ενός σπασμένου θρόνου
μην καρτεράς.


Στα μάτια μου έχω ένα γκρεμό
κι έχω βγαλμένα φρένα
κι αμορτισέρ σπασμένα
να μην ξεχνώ.

Επαγγέλμα

Με ρωτούν τι επαγγέλομαι
Και δεν ξέρω τι να πω
Μου ρχονται σκέψεις
"Εκπαιδεύω πόκεμον" ή
"Ξεσκονίζω κουραμπιέδες"

Μα βλέπω πια πως
από μικρός
ένα μονάχα πράγμα
ήθελα να κάνω:
Να ξεκλειδώνω τις πράξεις
απ' τα κελιά των παρενθέσεων.

Κακές λέξεις

Και η πουτάνα
και ο πούστης
τα ρόδα
τα παιχνίδια
το εγώ
και το εσύ
κι όλες οι λέξεις γίνονται
μαχαίρια φονικά
ή αθώοι περαστικοί.

Οι αθώοι με τρομάζουν.
Ποιον σκοτώνουν τα μαχαίρια;

Αλλότριοι

Πέντε η ώρα τα χαράματα και το πλοίο της γραμμής
μπαίνει στο λιμάνι.
Πλήθος κόσμου συνωστίζεται στην έξοδο
και κοιτούν επίμονα το ρολόι τους,
ενώ το πλοίο κάνει τις απαραίτητες μανούβρες για να δέσει.

Αρχίζουν ν' ακούγονται οι πρώτοι ψίθυροι:
"γιατί αργούμε τόσο;" "μας είχαν πει ότι φτάνουμε στις πέντε και κοντεύει πέντε και είκοσι κι ακόμα..."
Και το πλοίο συνέχιζε τις μανούβρες

Άρχισε η ανησυχία. Και πλήθαιναν τα παράπονα στο πλήρωμα,
που μάταια προσπαθούσε να διαβεβαιώσει πως σε πέντε λεπτά το πλοίο θα έχει δέσει.
Αλλά το πλήθος δε λογάριαζε δικαιολογίες. Άλλωστε κοιτούσε το ρολόι
όχι τα παράθυρα.

Έτσι
άρχισαν οι καβγάδες με το πλήρωμα και οι φωνές της απόγνωσης
για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Κι άξαφνα, πάνω απ' τη δυνατή οχλοβοή
υψώθηκε η φωνή ενός πιο ψύχραιμου:
"να πηδήξουμε έξω"

Οι άλλοι
κοίταξαν για μια ακόμα φορά το ρολόι τους
και με ένα συγκαταβατικό νεύμα
πήδηξαν στη θάλασσα.

Το πλοίο είχε δέσει στο λιμάνι.

Ανεμελιά

Αυτό δεν καταλαβαίνω:
αν ανεβεί καμιά γριά στο λεωφορείο
είτε της έδινα τη θέση μου
είτε την αγνοούσα
ήταν δυο αποφάσεις
το ίδιο εύκολες και δύσκολες.
Γι' αυτό πηγαίνω με τα πόδια.

Μονάχα γι' αυτό

Πρώτα ήταν το μπουρδέλο:
πεδίο ευκαιρίας
να πατήσεις σε πτώματα και ν' ανεβείς ψηλά.

Ύστερα το χειρουργείο:
ο ασθενής να υπομένει καρτερικά τη θεραπεία που επιβάλλει ο γιατρός.

Ώσπου
το καράβι
άρχισε να βουλιάζει

Κι έπρεπε να γινόμαστε

Πουτάνες
Νοσοκόμες και
Μούτσοι

Μονάχα για να σώζουμε κάθε φορά
τον καπιταλισμό.

Σαν άστρο

Αργός και ξένοιαστος του απόβραδου την ώρα
σαν άστρο σεργιανάς μες στο χαμό
ψηλά στο βαθυγάλαζο ουρανό
που ξάπλωσε το μισοφέγγαρο σαν αιώρα

Κι αν

Κι αν τα τραγούδια μας
σα ρόδα ξεπέφτουν μαραμένα
πάνω στην άσφαλτο που καίει
Ακόμα πιο σκληρή απ' το θάνατο
είν' η ζωή που προχωράει.

Αυτοβιογραφία

Ο λόγος του υπουργού έχει περίσσιο θράσος
Ίδιο μ' αυτό της άγνοιας που μας περιγελά.
Γιατί λοιπόν προσκυνάς το φωτοστέφανο της αμηχανίας;

Ο κόσμος είναι ενιαίος
Στοχάσου.


Ο κόμπος που μου δέσαν στο λαιμό είναι σφιχτός.
Όχι πολλές κινήσεις-
όσο να φτάνει επάνω - κάτω το σφυρί.

Ποιος ωφελείται; Ποιος ιδρώνει;
Διάλεξε μεριά.

Δίλογος αντίστασης

-Κοιμάσαι:
Κι ήρθαν κινηματογραφικές στιγμές 
ανθρώπων μεταϊστορικών 
ντυμένες με τις ανάλογες μουσικές.
Στιγμιότυπα ανήξερα προσπαθούσαν
να κατευνάσουν του δίκιου μας την αγρύπνια,
όπως εμείς κατευνάζουμε το κλάμα των μωρών
με μπιχλιμπίδια. 


-Ξυπνάς:
Τραβάμε το δρόμο που λείπει 
απ' τα μητρώα των μεγάλων εντυπώσεων.
Οι ουρανοί δεν πρόκειται να μας λυπηθούν-
δεν είναι κλάμα η βροχή τους.